Cura pharmacy

Cura pharmacy 1024 576 ODV

Cura pharmacy

κούρα < μεσαιωνική ελληνική κούρα < ιταλική cura < λατινική cura < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷeis- (προσέχω
η περιποίηση και φροντίδα αρρώστου στη διάρκεια της αναρρώσεως. Το Cura pharmacy ήταν για εμάς η επαναπροσέγγιση του φαρμακείου πέραν και έξω των στερεοτυπικών στοιχείων που το περικλοίουν. Ο custom σχεδιασμός είχε ως απαρχή τα έπιπλα και τα ράφια, τα οποία μελετήθηκαν για τον κάθε τομέα ξεχωριστά με στόχο την καλύτερη δυνατή προώθηση των προιόντων την εργονομία και την απόδωση μιας vintage πινελιάς των παλιών φαρμακοπωλείων. Το λευκό έδωσε την θέση του στο οινοπνευματί ενώ το γυαλί και η γυψοσανίδα έδωσαν την θέση τους στο ξύλο και το μέταλλο. Το Cura είναι μια νέα πρόταση που αποπνέει τον αέρα της cosy φροντίδας.